Βίος και θαύματα του Αγίου Δημητρίου

Βίος και θαύματα του Αγίου Δημητρίου

Πολιούχος: 

Θεσσαλονίκη, Ελασσόνα, Λαγκαδάς, Ναύπακτος, Σιάτιστα, Μικρός Βάλτος Κορίνθου, Άγιος Δημήτριος Αττικής, Αυλώνας Αττικής, Χρυσούπολη, Αλμυρός, Κολινδρός, Πετρούπολη, Κερατέα

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη κατά τους χρόνους της βασιλείας του μεγάλου διώκτου των Χριστιανών Διοκλητιανού και Μαξιμιανού Ερκούλιου (284-305 μ.Χ). Καίσαρας της Μακεδονίας τοποθετήθηκε ο Μαξιμιανός Γαλέριος, ο οποίος εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των Χριστιανών. Εκλεκτό μέλος της εκκλησίας των Θεσσαλονικέων ήταν και ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος προερχόταν από ευσεβείς και επιφανείς γονείς. Είχε δε προικισθεί από τον θεό με πολλά αγαθά και με πλήθος σωματικών και πνευματικών χαρισμάτων. Η φήμη του έφθασε μέχρι τον βασιλιά Γαλέριο, ο οποίος εκτιμώντας τις αρετές του τον έκανε μέλος της Συγκλήτου της πόλεως και τον διόρισε στρατηγό όλης της Θεσσαλίας και ανθύπατο και αφέντη όλης της Ελλάδος. Ο Άγιος Δημήτριος, ως χριστιανός, κατηχούσε και δίδασκε με ιεραποστολικό ζήλο και με την φωτεινή παρουσία του τους Θεσσαλονικείς, που τους κατέκλυσε η ειδωλολατρία, οδηγώντας τους προς τον Χριστό και την αλήθεια Του. Όταν πληροφορήθηκε ο Μαξιμιανός την δραστηριότητα αυτή του Αγίου, διέταξε και τον έφεραν ενώπιόν του. Ο Άγιος ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό με συνέπεια να τον οδηγήσουν στη φυλακή, σε ένα παλαιό δημόσιο λουτρό δίπλα στο στάδιο, όπου υπέστη πολλές κακουχίες και βασανιστήρια.

Κατά την διάρκεια αγωνισμάτων στο στάδιο, που διοργάνωναν οι βασιλείς για να διασκεδάζουν με τις θυσίες στα είδωλα, τις αιματοχυσίες και τους φόνους των ανθρώπων, ένας μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Νέστορας, θέλοντας να δείξει την δύναμη του αληθινού Θεού πήγε στο λουτρό που ήταν φυλακισμένος ο Άγιος, πήρε την ευλογία και την ευχή του Αγίου, βγήκε στο στάδιο και με την επίκληση «Θεέ Δημητρίου βοήθει μοι!»νίκησε τον γιγαντόσωμο και ανίκητο Λυαίο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε οργή στον βασιλιά, ο οποίος πρόσταξε τους στρατιώτες να πάνε εκεί που ήταν φυλακισμένος ο Άγιος και να τον φονεύσουν. Οι στρατιώτες τον ελόγχευσαν σε όλο του το σώμα μέχρι θανάτου.

alt

Κάποιοι ευλαβείς Χριστιανοί ήλθαν κρυφά στο λουτρό εκείνο και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος στο οποίο μαρτύρησε. Αργότερα στο σημείο αυτό κτίσθηκε ναϊσκος ο οποίος περιλαμβάνει και τον ιαματοφόρο τάφο του Αγίου. Ο μαθητής του Αγίου Λούπος, με το δαχτυλίδι και τον μανδύα που πήρε από τον Άγιο κατά την ώρα του μαρτυρίου, ενεργούσε θαύματα πολλά, ώσπου στο τέλος, όταν το έμαθε ο βασιλιάς, τον αποκεφάλισαν και αυτόν. Κατ' αυτόν τον τρόπο ετελειώθη ο Πανένδοξος Μεγαλομάρτυς, ο Πολιούχος, το μέγα της οικουμένης θαύμα, της Εκκλησίας το ωράισμα, ο πολύς τα πάντα και θαυματουργός και Μυροβλύτης Άγιος Δημήτριος.

Στην εικόνα αυτή ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται καβαλάρης με στρατιωτική στολή πάνω σε κόκκινο άλογο φονεύοντας με το δόρυ του τον τσάρο των Βουλγάρων

Aγιος Δημήτριος

 
 

Σκυλογιάννη. Πρόκειται για το θαύμα που έγινε τον Οκτώβριο του 1207 έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωαννίτζης που οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν Σκυλογιάννη, φονεύτηκε κατά την παράδοση από τον Άγιο Δημήτριο, όταν εκείνος πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη. Στο πρόσωπο του Αγίου Δημητρίου η Θεσσαλονίκη βλέπει πάντοτε τον προστάτη της, το στήριγμά της. (Η απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1912 συνέπεσε με την ημέρα της γιορτής του Αγίου μας). Δίκαια ο Άγιος Δημήτριος αποκαλείται από τον υμνωδό της Εκκλησίας « ο μέγας φρουρός της Θεσσαλονίκης, ο ρύστης εν τοις κινδύνοις ο εξαίρετος, πρόμαχος ο κράτιστος»(Κανών δεύτερος). Σ' έναν άλλο Κανόνα, που συνέθεσε ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Δημήτριος φέρεται να λέει στην προστατευόμενή του πατρίδα Θεσσαλονίκη: «...μη φοβού ούν πατρίς μου, εμέ κατέχουσα τους εχθρούς σου γαρ πάντας πατάξω εν Χριστώ και φυλάξω σε την τιμώσαν με». Δίκαια παρατηρήθηκε, πως από όλες τις εικόνες του Αγίου Δημητρίου, η εικόνα του εφίππου Άγιου αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλληκαριάς και της λεβεντιάς. Στη συνείδηση των πιστών ο Άγιος Δημήτριος δεν είναι μόνο, κατά τον υμνωδό, «κρηπίς ακατάβλητος και θεμέλιος άρρηκτος και πολιούχος, οικιστής και υπέρμαχος» της πόλεως της Θεσσαλονίκης και «εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς των Θεσσαλονικέων προϊστάμενος», αλλά και ο μέγας υπέρμαχος της οικουμένης. Για τούτο ψάλλει η Εκκλησία μας: «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέρμαχον η οικουμένη, αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ούν Λυαίου καθείλες την δύναμιν, εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος» (Απολυτίκιο του Αγίου).   

Άγιος Δημήτριος

 

Στην εικόνα αυτή ο Άγιος Δημήτριος εικονίζεται κατ' ενώπιον, ως τη μέση περίπου, νέος, αγένειος, με κοντά σγουρά μαλλιά, πάνω σε δίχρωμο βάθος, χρυσό στο επάνω τμήμα και βαθυγάλαζο στο κάτω. Τα μαλλιά του στολίζει στεφάνι με πολύτιμους λίθους. Φορά πανοπλία και χιτώνα και από τους ώμους του κρέμονται κράνος και μικρή στρογγυλή ασπίδα. Με το δεξί του χέρι κρατεί δόρυ και με το αριστερό ξίφος μέσα στη θήκη. Την κεφαλή του περιβάλλει ανάγλυφο φωτοστέφανο διακοσμημένο με σχηματοποιημένα φυτικά κοσμήματα, ενώ το κέντρο του θώρακά του κοσμεί ανάγλυφο χρυσό εγκόλπιο με την παράσταση του Χριστού. Την εικόνα περιτρέχει χρυσή ταινία διακοσμημένη επίσης με ανάγλυφα φυτικά κοσμήματα.

Οι πρωιμότερες παραστάσεις του Αγίου Δημητρίου χρονολογούνται στο τέλος του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα. Στην παρούσα εικόνα συνδυάζονται στοιχεία από παλαιολόγειες και μεταβυζαντινές παραστάσεις στρατιωτικών αγίων. Η υψηλή ποιότητα της ζωγραφικής, καθώς και τα εικονογραφικά-τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά, τη συνδέουν με την τέχνη της Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα με το έργο του κυριότερου εκπροσώπου της Φράγγου Κατελάνου και του κύκλου του. Σε αυτό συνηγορεί και η προέλευση της εικόνας από το ναό της Υπαπαντής στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκονται άλλες δύο εικόνες τέμπλου που έχουν αποδοθεί στον ίδιο ζωγράφο. Τα δύο αυτά έργα μαζί με δύο ακόμη, από το ναό του Αγίου Αθανασίου στην ίδια πόλη, δημιουργούν ένα σύνολο που πιθανότατα ο Κατελάνος φιλοτέχνησε κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Άγιον Όρος, όταν πραγματοποίησε την διακόσμηση του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου στην μονή Μεγίστης Λαύρας, στα 1560.

Το συγκλονιστικό θαύμα της Μυροβλήσεως του Αγίου Δημητρίου το 1987!

alt

 

Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. 
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου. Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς διάκονος του ιερού ναού μαζί με την διακόνισσα-σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν. 
Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! 
Ο διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο "κουβάδες" αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη "κουβάδες" για να γίνει κατανοητό ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη). 
Ο διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει!Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του ιερού βήματος. Επέστρεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από το μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές. Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!   
Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλον τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί) αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού. 
Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε και αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο "έτρεχε" και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τι ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!! 
Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια "ουρά" από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό. 
Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των ιερών λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β', ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: 
Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ' αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.

Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε διάκονος του ναού, τώρα ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό... δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων.

Η πίστη μας είναι "ζωντανή". 

alt

Δύο συγκλονιστικά θαύματα του Αγίου Δημητρίου, τα οποία συνέβησαν το 1906 στη Θεσσαλονίκη 

Τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου περιγράφονται στο βιβλίο με τίτλο «Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 - 1980»και αξίζει σίγουρα να τα διαβάσετε, καθώς πλησιάζουν οι ημέρες που γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη.

 

«....Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.

 

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας. 
Την επομένην ητοιμάσθημεν ν' αναχωρήσωμεν δι' Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν' αναχωρήσωμεν. 
Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

 

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και εφ' όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν' αναχωρήσωμεν, αλλ' ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας" 
Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

 

Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον. 
Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψει εκείνος ν' αναχωρήσωμεν.

 

Την επομένην εγερθείς λίαν πρωϊ μετέβην πρώτον εις τον Τάφον του Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύσει προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος.

 

Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του Αγίου Δημητρίου" πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώ­νας των αιώνων. 
Αυτά συλλογιζόμενος μου ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην του Χριστού. 
Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύσει να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν του ποθού­μενου. 
Είπον καθ' εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τίνα και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου.



Θα μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν' αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος. 
Θα προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους. 
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ενα διάδρομον. 
Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω, 
Θέλω τον Πασά. 
Και τι τον θέλεις; 
Έχω λόγον να του πω, απήντησα. Μου λέγει, 
Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τι θέλεις; Του λέγω- 
- Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος; 
Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον, 
Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος" 
- Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζε­τε και μας στενοχωρείτε;

 

Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν εσείς πηγαί­νατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ότι εσείς κάμνετε εις ημάς; 
Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούει τον κώδωνα δυνατά. 
Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον. 
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, αλλά εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι είπον τι δια την πίστιν μου.

 

Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου ελεγον. 
Και βαδίζοντες προς την οδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύσει προς Κύριον και με αξιώσει μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων και αγρίων Αγαρηνών. 
Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερός των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα. 
Τι τους είπε δεν ηννόησα" μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε με θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον.

Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ' Ιωαννίνων. 
Και του έδωκεν εντολήν να με υπάγει εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλάδα. 
Μη γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πει και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι του είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήσει άδειαν σε κατεδίκασε εις θάνατον.

 

- Και που με επήγαιναν του λέγω;

 

Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια να αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν. 
Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Εάν δε και αθλή τις, ού στεφάνονται, εάν μή νομίμως αθλήσει...» (Β' Τιμ. 2, 6).

 

Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήσει τις πρέπει να υπάρχει εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον.



Το να θέλει τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτει μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον. 
Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον... 
Τον απεχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας. Καθ' οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν και φωνήσας λεμβούχον τίνα Εβραίον του είπε να μοι υπάγει εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.

 

Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήσει το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. 
Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ του Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει. 
Βλέποντες οι του Τελωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα" 
και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αύτοι μας επλησίασαν.

 

Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγει εις το πλοϊον, τον αφήκαν. 
Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια.

 

Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιον Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου εσώθην από τον κίνδυνον του θανάτου.

Το μυστικό του Πασά


Αλλά επειδή δεν κατάλαβα πως και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω. 
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο οποίος μετέβη και ευρίσκετο εις το Άγιον Όρος. 
Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνηση του Αγιωνύμου Όρους έλαβον πληροφορίας πως και γιατί ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε εις την Ελλάδα.

«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μου λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος έξω του καφενείου του κάτωθεν του ξενοδοχείου, (εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός του Πασά της Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου και με τον οποίον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΕλληνοΤουρκικήν επιτροπήν μετά τον ατυχή ΕλληνοΤουρκικόν πόλεμον του 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας. 
Αφού μείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην επί μίαν εβδομάδα. 
Ο υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πως ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην. 
Εγώ του ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την άλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μου επιτρέψει να μεταβώ εις Άγιον Όρος. 
Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος, να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μου παρέχει πάσαν προστασίαν και βοήθειαν και προσέθεσεν και ταύτα: 
«Ήταν και κάποιος άλλος νέος (που είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιον Όρος), δια τον οποίον πρωϊαν τινά, ενώ εκοιμούμην ησύχως, εισήλθε εντός του δωματίου μου ο Άγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν: 
Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι, και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθέρωσεις νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως σου. 
Αφού δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσεις του θανάτου, να τον στείλεις εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρηση ... 
«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα». 
Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης του θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης. 
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου που μου είχε πει ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω. 
Επληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε τελείαν υπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς αντιλογίες και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλά το θέλημα του Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, Όστις ήλθεν εις τον κόσμον ουχί να ποιεί το θέλημα το Ιδικόν Του, αλλά το θέλημα του πέμψαντος Αυτόν Πατρός ...

Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων

Αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους και όταν το πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου. 
Εξελθών, δεν ηξεύρω πως, πάλιν οι τουρκοι με εξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό επιτήρησιν αρκετάς ημέρας. 
Όταν δε απεφάσισα να φύγω και επέρασα από το Τελωνείον με συνέλαβον και με επέρασαν από τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί. 
Εύρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον οποίον ηρώτησα" 
- Δια ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μου λέγει: 
- Δια να μας φονεύσουν, και εγώ είπον 
- Τι κακόν εποιήσαμεν; 
- Άφησε, μου είπε, μη εξετάζεις το γιατί ... 
Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον ερχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς επιβάτας. 
Μόλις όμως έφθασεν, τις οίδε πως και από ποίαν αιτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, το οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον το φορτίον και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ηκούοντο και φλόγες ουρανομήκεις ανεπετάσσοντο. 
Η Θεσσαλονίκη εγένετο ανάστατος ! 
Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις την παραλίαν, άλλοι δια να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας επιβάτας με τας λέμβους και τα πλοία. Έφυγον δε και όλοι οι φύλακες από το Τελωνείο. 
Την στιγμήν εκείνην ο νεανίας εκείνος εξαγαγών ψαλίδιον εκ της τσέπης του έκοψεν τα σύρματα και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής. 
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον του είπεν να μας υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το οποίον ευρίσκετο έξω του λιμένος. 
Ενώ ητοιμαζόμεθα να εισέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος που με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, αλλ' ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε ... 
Ανήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και εγώ εφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματά μου, αφού δε τα ετοποθέτησα, εστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και από που ήταν. 
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον. 
Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους επιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθει εις το πλοϊον ούτε να εξέλθει. 
Ποίος ήταν και τι εγένετο ο Θεός γνωρίζει ! 
Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ηλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και ελειτούργησα και εκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Αγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου ανεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος που με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης ! 

alt 

Τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στο Πρωτάτο των Καρυών 

 

 

http://platyteraouranwn.pblogs.gr/2016/10/bios-kai-thaymata-toy-agioy-dhmhtrioy.html

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ